κολλητή
ουσιαστικό1. Πρόσωπο με το οποίο υπάρχει στενή, εμπιστευτική και διαρκής συναισθηματική σχέση, που παρέχει αμοιβαία στήριξη και κοινή συμμετοχή σε προσωπικές εμπειρίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κολλητή μου με βοήθησε να μετακομίσω.
- Η κολλητή ένωση των καλωδίων στο κύκλωμα χρειάζεται έλεγχο.
- Η κολλητή πόρτα οδηγεί στην κουζίνα.
- Η αφίσα είναι κολλητή στον τοίχο και δεν πέφτει.
- Πήγαμε για καφέ με την κολλητή.