κοιτίδα
ουσιαστικό1. Μικρό κρεβάτι που προορίζεται για τη φροντίδα βρέφους ή νεογνού.
2. Χώρος ή περιβάλλον όπου κάτι αναπτύσσεται, καλλιεργείται ή γεννιέται ιδεατικά ή πρακτικά, ειδικά σε σχέση με πολιτιστικά, επιστημονικά ή κοινωνικά φαινόμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοιτίδα του μωρού ήταν διακοσμημένη με απαλά χρώματα.
- Η Αρχαία Ελλάδα θεωρείται κοιτίδα της δημοκρατίας και των επιστημών.
- Ο υγρότοπος αποτελεί κοιτίδα πολλών σπάνιων πουλιών.
- Η πόλη έγινε κοιτίδα νεοφυών επιχειρήσεων στον τομέα της τεχνολογίας.
- Η επαρχία παραμένει κοιτίδα παραδοσιακών πολιτιστικών εθίμων.