κλείνομαι

άλλο

1. Κλείνω τον εαυτό μου ή κάτι μέσα σε χώρο, συσκευή ή περίβλημα, ώστε να μη μπορεί να ανοίξει εύκολα ή να βγει προς τα έξω.

2. Μένω μέσα σε έναν χώρο και δεν βγαίνω έξω, συχνά από επιλογή ή ανάγκη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανοίγομαι βγαίνω ξεκλειδώνομαι ξεμπλοκάρομαι απελευθερώνομαι αποσφραγίζομαι εκτίθεμαι εξωστρέφομαι κοινωνικοποιούμαι ξεπροβάλλω εκτείνομαι ξεμυτίζω αλληλεπιδρώ

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βράδυ κλείνομαι στο δωμάτιό μου για να διαβάσω.
  • Όταν είμαι λυπημένος, συνήθως κλείνομαι στον εαυτό μου.
  • Τις μέρες της κακοκαιρίας κλείνομαι στο σπίτι και δεν βγαίνω.
  • Κάθε φορά που έχω να μιλήσω μπροστά σε κόσμο, κλείνομαι και τρέμω.
  • Με την εμφάνιση του ιού, προτιμώ να κλείνομαι σε καραντίνα για ασφάλεια.