καταφανής
επίθετο1. Που γίνεται εύκολα και γρήγορα αντιληπτό από τις αισθήσεις ή τη λογική, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
2. Που προβάλλει με τρόπο που δεν αφήνει ουσιαστικό περιθώριο αμφισβήτησης ή αμφιβολίας, ιδίως για συμπεριφορές, γεγονότα ή ενδείξεις.
Συνώνυμα
φανερός προφανής εμφανής πασιφανής ολοφάνερος έκδηλος οφθαλμοφανής προφανέστατος ευδιάκριτος πρόδηλος σαφής ξεκάθαρος κραυγαλέος αδιαμφισβήτητος δηλωτός αισθητός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταφανής αλλαγή στη συμπεριφορά του προβλημάτισε όλους.
- Η παραβίαση των κανόνων ήταν καταφανής από τα στοιχεία.
- Η καταφανής αδικία στην κατανομή των πόρων προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες.
- Ο σκοπός του έργου ήταν καταφανής από την αρχή.
- Η καταφανής βελτίωση στην υγεία της μετά τη θεραπεία μας έδωσε ελπίδα.