κατασπαταλώ
ρήμα1. Δαπανά πόρους (χρήματα, υλικά, χρόνο, ενέργεια) με τρόπο υπερβολικό ή άσκοπο, με αποτέλεσμα τη σπατάλη και τη μείωση της ωφέλειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά κατασπαταλώ τα χρήματά μου σε περιττές αγορές.
- Τις Κυριακές κατασπαταλώ ώρες βλέποντας χωρίς νόημα σειρές.
- Σε κρίσιμες στιγμές κατασπαταλώ τους κοινούς πόρους της οικογένειας αντί να τους διαχειριστώ σωστά.
- Στη δουλειά κατασπαταλώ τις ικανότητές μου σε μικροπρέπειες αντί για ουσιαστικά έργα.
- Στο σπίτι κατασπαταλώ ενέργεια αφήνοντας φώτα και συσκευές αναμμένα όλη μέρα.
- Όταν ψωνίζω χωρίς λίστα κατασπαταλώ φαγητό που στο τέλος πετάω.