καταλυτικός

επίθετο

1. Που προκαλεί ή επιταχύνει χημική αντίδραση χωρίς να καταναλώνεται στη διαδικασία.

2. Που επιφέρει αποφασιστική, ριζική ή μετασχηματιστική αλλαγή σε κατάσταση, διαδικασία ή εξέλιξη.

Συνώνυμα

καθοριστικός αποφασιστικός κομβικός κρίσιμος καίριος σημαντικός επιδραστικός δραστικός μεταμορφωτικός επιταχυντικός πυροδοτικός προωθητικός ενισχυτικός ανατρεπτικός ριζικός ζωτικός μετασχηματιστικός ουσιαστικός θεμελιώδης αποδεικτικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καταλυτικός ρόλος της πρωτοβουλίας άλλαξε την πορεία του έργου.
  • Ο καταλυτικός μηχανισμός της αντίδρασης ενεργοποιείται παρουσία μετάλλου.
  • Ο καταλυτικός μετατροπέας του αυτοκινήτου μείωσε τις εκπομπές ρύπων.
  • Ο καταλυτικός παράγοντας στην απόφαση ήταν το οικονομικό κόστος.
  • Ο καταλυτικός λόγος του καθηγητή ώθησε τους φοιτητές σε αλλαγή στάσης.