κατακεραυνώνω
ρήμα1. Εκδηλώνω έντονα και αυστηρά την αποδοκιμασία ή την επίπληξή μου προς κάποιον ή κάτι.
2. Επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον με ιδιαίτερη σφοδρότητα, κατηγορώντας τον έντονα.
Συνώνυμα
κεραυνώνω χώνω φουρτουνιάζω συγκλονίζω σοκάρω εμβρόντητοποιώ αποστομώνω επιτίθεμαι επικρίνω θάβω ξεσκίζω επιπλήττω μαστιγώνω πυρπολώ χτυπώ χλευάζω διασύρω εξουθενώνω ξεφτιλίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπουργός κατακεραυνώνει την αντιπολίτευση για τις κατηγορίες που διατύπωσε.
- Η καθηγήτρια κατακεραυνώνει τους μαθητές της όταν αργούν στο μάθημα.
- Στην ομιλία του, ο δήμαρχος κατακεραύνωσε τη διαφθορά και τις παράνομες πρακτικές.
- Το άρθρο κατακεραυνώνει την απόφαση του δικαστηρίου ως άδικη.
- Οι φίλοι του τον κατακεραύνωσαν με το βλέμμα τους μόλις άργησε ξανά.