καταιγίδα
ουσιαστικό1. Μεγάλη ατμοσφαιρική διαταραχή με έντονες βροχές, συχνά κεραυνούς και αστραπές, ισχυρούς ανέμους και πιθανόν χαλάζι.
2. Μεταφορικά, έντονη και ξαφνική αναστάτωση, σύγκρουση ή κρίση που προκαλεί ισχυρές επιπτώσεις.
Συνώνυμα
θύελλα τρικυμία λαίλαπα μπουρίνι φουρτούνα κακοκαιρία τυφώνας ανεμοστρόβιλος βροχή πλημμύρα καταιγισμός δίνη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταιγίδα πλησιάζει και πρέπει να κλείσουμε τα παράθυρα.
- Οι καταιγίδες του Μαρτίου προκάλεσαν πλημμύρες στον κάμπο.
- Μια καταιγίδα συναισθημάτων την κατέλαβε μόλις άκουσε τα νέα.
- Μετά την ανακοίνωση ακολούθησε μια καταιγίδα επικρίσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
- Η ομάδα δέχτηκε καταιγίδα επιθέσεων στο δεύτερο ημίχρονο και δεν κατάφερε να αντισταθεί.