κατήγορος

ουσιαστικό

1. Άτομο που απευθύνει επίσημη ή δημόσια κατηγορία εναντίον άλλου, ιδίως ενώπιον δικαστηρίου.

2. Άτομο που κατηγορεί κάποιον για ηθικά ή πρακτικά παραπτώματα σε ευρύτερο ή μη τυπικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

μηνυτής ενάγων εισαγγελέας διώκτης καταγγέλλων επικριτής καρφωτής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατήγορος παρουσίασε τα στοιχεία στο δικαστήριο.
  • Ο δημοσιογράφος λειτούργησε ως κατήγορος στη δημόσια συζήτηση για το σκάνδαλο.
  • Η συνείδησή του έγινε ο πιο αυστηρός κατήγορος του.
  • Στη μυθολογία ο διάβολος εμφανίζεται ως ο μεγάλος κατήγορος των αμαρτωλών.
  • Στο δικαστικό θρίλερ, ο κατήγορος αποδείχτηκε αδίστακτος.