καρτερία
ουσιαστικόΙκανότητα ή στάση να περιμένει κανείς με υπομονή και αντοχή, χωρίς να εγκαταλείπει την προσπάθεια ή την προσδοκία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με μεγάλη καρτερία περίμενε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
- Η καρτερία του στις δυσκολίες εντυπωσίασε όλους.
- Χρειάζεται καρτερία για να ξεπεράσει κανείς μια τόσο δύσκολη περίοδο.
- Με καρτερία και επιμονή ολοκλήρωσε τον στόχο του.
- Η μητέρα του αντιμετώπισε την αρρώστια με αξιοθαύμαστη καρτερία.