καρδιακός
επίθετο1. Που αφορά ή σχετίζεται με την καρδιά ως ανατομικό όργανο ή με τις λειτουργίες της, ιδιαίτερα στον ιατρικό και φυσιολογικό τομέα.
2. Που χαρακτηρίζεται από έντονη, θερμή και ειλικρινή συναισθηματική έκφραση ή στοργή.
Συνώνυμα
εγκάρδιος θερμός ζεστός ειλικρινής οικείος στενός αδελφικός καρδιολογικός αγαπητός διαχυτικός φιλικός συγκινητικός καρδιογενής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καρδιακός ρυθμός του ασθενούς ήταν ακανόνιστος.
- Η γιατρός είπε ότι το πρόβλημα είναι καρδιακό και απαιτεί άμεση θεραπεία.
- Μου έστειλε μια καρδιακή ευχή για τα γενέθλιά μου.
- Είναι ο καρδιακός μου φίλος από το σχολείο.
- Η επέμβαση στην καρδιακή βαλβίδα ήταν επιτυχής.