καπνίζω

ρήμα

1. Εισπνέω και εκπνέω καπνό από την καύση οργανικής ύλης (π.χ. τσιγάρου, πούρου, πίπας), συνήθως για ευχαρίστηση ή λόγω συνήθειας ή εθισμού.

2. Υποβάλλω τρόφιμα ή άλλα προϊόντα σε επεξεργασία με καπνό για συντήρηση, αρωμάτισμα ή αλλαγή γεύσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί καπνίζω ένα τσιγάρο μαζί με τον καφέ μου.
  • Το Σαββατοκύριακο καπνίζω ψάρια και κρέας στο υπαίθριο καπνιστήριο.
  • Όταν αγχώνομαι, μερικές φορές καπνίζω πούρο.
  • Τον τελευταίο χρόνο δεν καπνίζω πια για λόγους υγείας.
  • Όταν ήμουν νέος, άρχισα να καπνίζω, αλλά μετά σταμάτησα.