καμπάνα
ουσιαστικό1. Μεταλλικό, κοίλο κρουστό όργανο, συνήθως κρεμαστό σε πύργο ή στήριγμα, που παράγει ήχο όταν χτυπηθεί με σφύρα ή άλλο μέσο και χρησιμοποιείται για σήμανση χρόνου, θρησκευτικές λειτουργίες ή προειδοποίηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε μεσάνυχτα.
- Η καμπάνα του σχολείου σήμανε για διάλειμμα.
- Ο οδηγός πήρε καμπάνα για υπερβολική ταχύτητα.
- Ο παίκτης έφαγε καμπάνα και αποβλήθηκε από τον αγώνα.
- Το φόρεμά της έχει καμπάνα στο τελείωμα.