καλωσόρισμα
ουσιαστικό1. Πράξη ή σειρά ενεργειών με τις οποίες υποδέχονται κάποιον, εκδηλώνοντας φιλικότητα, σεβασμό ή θερμή υποδοχή.
2. Λεκτική ή μη λεκτική έκφραση που δηλώνει την ευχαρίστηση ή την πρόθεση να δεχθούν κάποιον σε έναν χώρο ή ομάδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καλωσόρισμα των νέων φοιτητών θα γίνει στην αίθουσα εκδηλώσεων.
- Του επιφύλασσαν ένα θερμό καλωσόρισμα όταν επέστρεψε στην πατρίδα.
- Στο ξενοδοχείο, το καλωσόρισμα περιλάμβανε ένα ποτό υποδοχής.
- Το πρώτο καλωσόρισμα του ομιλητή καθόρισε τον τόνο του συνεδρίου.
- Η διοργάνωση πρόσφερε ένα μικρό καλωσόρισμα στους προσκεκλημένους.