καθημερινά
επίρρημα1. Με τρόπο που συμβαίνει ή επαναλαμβάνεται κάθε μέρα.
2. Με τρόπο συνηθισμένο ή ρουτινικό, χωρίς να αποτελεί κάτι ιδιαίτερο.
Συνώνυμα
ημερησίως καθημερινώς συχνά τακτικά συστηματικά ρουτινικά συνηθισμένα συνήθως κανονικά αδιάλειπτα συνεχώς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πίνω καθημερινά ένα φλιτζάνι καφέ πριν φύγω για τη δουλειά.
- Οι ειδήσεις στην ιστοσελίδα ανανεώνονται καθημερινά.
- Ασχολούμαι με τα καθημερινά οικιακά καθήκοντα το απόγευμα.
- Οι ασθενείς παίρνουν το φάρμακο καθημερινά όπως ορίστηκε.
- Διαβάζω τα καθημερινά νέα πριν κοιμηθώ.