ικανοποιητικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που προκαλεί ή εκφράζει ικανοποίηση και καλύπτει τις απαιτούμενες προδιαγραφές ή προσδοκίες.

2. Σε βαθμό ικανό να ικανοποιήσει έναν συγκεκριμένο σκοπό ή ανάγκη, χωρίς απαραίτητα να είναι εξαιρετικό.

Συνώνυμα

επαρκώς αποδεκτά αρκετά καλά καλώς ευπρεπώς οκ μέτρια μετρίως σχετικά εύλογα επαρκέστατα περίφημα

Αντώνυμα

ανεπαρκώς ελλιπώς απογοητευτικά απαράδεκτα άσχημα κακώς χάλια ανεπιτυχώς κακά πενιχρά πρόχειρα τραγικά καταστροφικά

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι βαθμοί του στο τεστ ήταν ικανοποιητικά υψηλοί.
  • Η επίδοση της ομάδας κρίθηκε ικανοποιητικά, δεδομένων των συνθηκών.
  • Η συσκευή λειτουργεί ικανοποιητικά, αλλά όχι τέλεια.
  • Η εξήγησή του ήταν ικανοποιητικά κατατοπιστική για τους νέους μαθητές.
  • Το πρότζεκτ ολοκληρώθηκε ικανοποιητικά μέσα στην προθεσμία.
  • Η υπηρεσία εξυπηρέτησης απάντησε ικανοποιητικά στις ερωτήσεις μας.