ιερέας

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που ασκεί θρησκευτικό λειτούργημα και τελεί λατρευτικές τελετές, λειτουργίες ή ιερουργίες για λογαριασμό μιας θρησκευτικής κοινότητας.

Συνώνυμα

παπάς πρεσβύτερος ιερωμένος πατήρ ιέρεια ιερεύς εφημέριος ιερουργός κληρικός λειτουργός ιερομόναχος μοναχός ιεροφάντης ιεροκήρυκας επίσκοπος ιεράρχης παπαδάκος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ιερέας τέλεσε τη λειτουργία το πρωί.
  • Οι ιερείς ευλόγησαν το ζευγάρι στον γάμο.
  • Οι χωριανοί εμπιστεύονταν τον ιερέα για συμβουλές και παρηγοριά.
  • Ανακάλυψαν το τάφο ενός ιερέα στην αρχαιολογική ανασκαφή.
  • Στο μάθημα ιστορίας εξήγησαν το ρόλο του ιερέα στην αρχαία κοινωνία.