θρυμματίζω
ρήμα1. Σπάζω κάτι σε μικρά κομμάτια, συνήθως με πίεση ή χτύπημα.
2. Διασπώ ή καταστρέφω τη συνοχή ενός σώματος ή υλικού σε θραύσματα.
3. Φθείρω ή κάνω κάτι να διαλυθεί σε μικρότερα μέρη.
Συνώνυμα
σπάζω συνθλίβω συντρίβω πολτοποιώ κομματιάζω σμπαραλιάζω καταστρέφω σπάω διαμελίζω διασπώ λιώνω ισοπεδώνω σακατεύω κατακερματίζω κατατρίβω διαλύω τσακίζω γκρεμίζω εκμηδενίζω αποσυνθέτω ραγίζω τεμαχίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μάγειρας θρυμματίζω τα αμύγδαλα πριν τα προσθέσει στο γλυκό.
- Η πτώση του βάζου το έκανε να θρυμματίζω σε μικρά κομμάτια.
- Πρόσεχε να μην θρυμματίζω το μπισκότο όσο το κρατάς.
- Με το γουδί, θρυμματίζω το πιπέρι πολύ εύκολα.
- Το παλιό γυαλί θρυμματίζω και διασκορπίστηκε στο πάτωμα.