ημιμάθεια

ουσιαστικό

Κατάσταση στην οποία κάποιος έχει αποσπασματικές ή επιφανειακές γνώσεις για ένα θέμα, χωρίς να τις κατέχει σε βάθος.

Συνώνυμα

μισομάθεια αμάθεια άγνοια ψευδομάθεια ημιγνώση ξερολίαση ξεροκεφαλιά επιπολαιότητα αερολογία αμορφωσιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ημιμάθεια μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα.
  • Η ημιμάθεια είναι επικίνδυνη όταν κάποιος μιλά με απόλυτη βεβαιότητα.
  • Η συνεχής μελέτη μειώνει την ημιμάθεια και ενισχύει τη γνώση.
  • Δεν αρκεί η ημιμάθεια για να λύσεις ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα.
  • Η ημιμάθεια συχνά δίνει την ψευδαίσθηση της κατανόησης.