ηλιοφάνεια
ουσιαστικό1. Η κατάσταση του καιρού κατά την οποία επικρατεί άφθονο ηλιακό φως και ο ουρανός είναι καθαρός ή σχεδόν καθαρός από σύννεφα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ηλιοφάνεια θα διατηρηθεί σε όλη τη χώρα σήμερα.
- Το νησί είναι γνωστό για την ηλιοφάνεια του όλο το χρόνο.
- Η παρουσία της έφερε ηλιοφάνεια στην παρέα.
- Τα φωτοβολταϊκά αξιοποιούν την ηλιοφάνεια για την παραγωγή ρεύματος.
- Παρά την αρχική πρόγνωση, η ηλιοφάνεια υποχώρησε λόγω σύννεφων.