ζορίζω
ρήμα1. Ασκώ έντονη πίεση ή επιμονή σε κάποιον ώστε να κάνει, να αποδεχτεί ή να παραδεχτεί κάτι.
2. Κάνω μια κατάσταση ή εργασία δύσκολη και απαιτητική για κάποιον, προκαλώντας κόπωση ή υπερπροσπάθεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προπονητής ζορίζει τους αθλητές για να βελτιωθούν.
- Η οικονομική κατάσταση με ζορίζει αυτόν τον μήνα.
- Στην προπόνηση ζορίζω το σώμα μου για να γίνω πιο δυνατός.
- Δεν θέλω να σε ζορίσω, αλλά πρέπει να αποφασίσεις.
- Η μηχανή ζορίζεται όταν ανεβαίνει την ανηφόρα.