ευρώ

ουσιαστικό

1. Νομισματική μονάδα της ζώνης του ευρώ, επίσημο νόμισμα πολλών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που χρησιμοποιείται για τιμολόγηση, συναλλαγές και λογιστικές πράξεις.

Συνώνυμα

ευρά ευρουλάκι ευρουλί ευρούλα ευράκι δολάριο στερλίνα λίρα δραχμή φράγκο σεντ λεφτά χρήματα χρήμα νόμισμα χαρτονόμισμα κέρμα λεπτάκι

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ευρώ εισήχθη ως λογιστική μονάδα το 1999.
  • Πλήρωσα δέκα ευρώ για το βιβλίο.
  • Τα εισιτήρια κοστίζουν 15 ευρώ το καθένα.
  • Η μηνιαία αμοιβή του είναι 1.200 ευρώ.
  • Ένα δολάριο ισούται περίπου με 0,92 ευρώ.
  • Δεν αξίζει ούτε ένα ευρώ.