ευρύς

επίθετο

Που έχει μεγάλη έκταση, διάσταση ή εύρος σε σχέση με το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δρόμος είναι ευρύς και άνετος για πεζούς και αυτοκίνητα.
  • Έχει ευρύ φάσμα γνώσεων σε πολλά αντικείμενα.
  • Το ευρύ κοινό ενδιαφέρθηκε για την εκδήλωση.
  • Πρόκειται για μια ευρεία συζήτηση που καλύπτει πολλά θέματα.
  • Η ομάδα έχει ευρείς αρμοδιότητες στο έργο.