ευγνωμοσύνη
ουσιαστικό1. Συναίσθημα ή εσωτερική διάθεση αναγνώρισης προς κάποιον ή κάτι που προσέφερε βοήθεια, καλοσύνη ή όφελος, συνοδευόμενο από θετική εκτίμηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθω ευγνωμοσύνη για τη βοήθειά σου.
- Έγραψε μια επιστολή για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς τους δασκάλους.
- Η καθημερινή άσκηση της ευγνωμοσύνης βελτίωσε τη διάθεσή μου.
- Η οργανωτική επιτροπή εξέφρασε ευγνωμοσύνη στους εθελοντές για την αφοσίωσή τους.
- Η ευγνωμοσύνη που ένιωσε ήταν τόσο μεγάλη που έμεινε χωρίς λόγια.