επικράτεια

ουσιαστικό

1. Το σύνολο εδαφών και θαλασσών που βρίσκονται υπό τη διοίκηση ή την κυριαρχία ενός κράτους ή μιας διοικητικής αρχής.

2. Γεωγραφική ή θεματική έκταση όπου εκτείνεται ή ασκείται κάποια επιρροή, εξουσία ή δραστηριότητα.

Συνώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επικράτεια της χώρας εκτείνεται από τα βόρεια βουνά μέχρι το νότιο πέλαγος.
  • Οι νόμοι ισχύουν σε όλη την επικράτεια χωρίς εξαιρέσεις.
  • Στην επικράτεια της επιστήμης, οι θεωρίες πρέπει να τεκμηριώνονται με στοιχεία.
  • Δημιουργήθηκε μια επικράτεια ανησυχίας μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων.
  • Κατά τον Μεσαίωνα, πολλά εδάφη πέρασαν στην επικράτεια ξένων δυνάμεων.