επαναστατικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με ή υποστηρίζει την πραγματοποίηση πολιτικών ή κοινωνικών επαναστάσεων, επιδιώκοντας ριζικές αλλαγές στη δομή και τη διακυβέρνηση μιας κοινωνίας.

Συνώνυμα

ανατρεπτικός ριζοσπαστικός επαναστασιακός εξεγερτικός ανταρτικός αντικαθεστωτικός αντισυστημικός αντιεξουσιαστικός πρωτοποριακός καινοτόμος ριζικός ανυπάκουος εξεγερμένος ανταρτής αντισυμβατικός απαγορευτικό ατίθασος νεωτεριστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επαναστατική οργάνωση κάλεσε σε γενική απεργία.
  • Το νέο αυτό λογισμικό εισάγει επαναστατικές μεθόδους στην ανάλυση δεδομένων.
  • Η ταινία προκάλεσε επαναστατικό κύμα στην κινηματογράφηση.
  • Ο καθηγητής ήταν γνωστός για τις επαναστατικές ιδέες του στην εκπαίδευση.
  • Η αλλαγή στην εταιρεία ήταν τόσο μεγάλη που την χαρακτήρισαν επαναστατική.