εξοντωτικός

επίθετο

1. Που προκαλεί ακραία κόπωση ή εξάντληση, σωματική ή ψυχική.

2. Που είναι σκληρός και αμείλικτος, ιδιαίτερα απαιτητικός ή καταστροφικός για κάποιον ή κάτι.

Συνώνυμα

εξαντλητικός εξουθενωτικός καταπονητικός κοπιαστικός κοπιώδης ξεθεωτικός βασανιστικός ανηλεής συντριπτικός φονικός δολοφονικός ασφυκτικός ανυπόφορος σκληρός βαρύς βαναυσός θανατηφόρος απάνθρωπος θανάσιμος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξοντωτική βάρδια στο εργοστάσιο κράτησε δώδεκα ώρες.
  • Το πρόγραμμα προπόνησης ήταν εξοντωτικό, αλλά μας έκανε πιο δυνατούς.
  • Οι εξοντωτικοί φόροι πνίγουν τις μικρές επιχειρήσεις.
  • Ο αντίπαλος υπέστη εξοντωτική ήττα στον τελικό του πρωταθλήματος.
  • Η κυβέρνηση επέβαλε εξοντωτικά πρόστιμα για τις σοβαρές παραβιάσεις.