εξαιρούμαι
ρήμα1. Βρίσκομαι εκτός ενός συνόλου, κανόνα ή κατάστασης, δηλαδή δεν περιλαμβάνομαι σε αυτό.
2. Απαλλάσσομαι από μια υποχρέωση, περιορισμό ή εφαρμογή κανόνα, συνήθως για λόγους εξαίρεσης ή ειδικών περιστάσεων.
Συνώνυμα
απαλλάσσομαι αποκλείομαι παραλείπομαι αφαιρούμαι εκπίπτω διαγράφομαι κόβομαι παραμερίζομαι απομακρύνομαι
Αντώνυμα
συμπεριλαμβάνομαι περιλαμβάνομαι ανήκω υποβάλλομαι ενσωματώνομαι εντάσσομαι εισάγομαι υπόκειμαι χωράω εμπλέκομαι κατατάσσομαι επιλέγομαι μπαίνω συμμετέχω
Παραδείγματα χρήσης
- Λόγω αναπηρίας, εξαιρούμαι από την πληρωμή των δημοτικών τελών.
- Σε ειδικές περιπτώσεις, εξαιρούμαι από την εφαρμογή των γενικών κανόνων.
- Από τη λίστα των συμμετεχόντων, εξαιρούμαι επειδή δεν υπέβαλα τα απαραίτητα έγγραφα.
- Στο συμβόλαιο, εξαιρούμαι ρητώς από κάθε ευθύνη για καθυστερήσεις.
- Δεν εξαιρούμαι από τις υποχρεώσεις του συλλόγου.