ενοχλούμαι

ρήμα

1. Νιώθω δυσάρεστη αίσθηση ή εκνευρισμό όταν κάτι με διαταράσσει, με παρεμβαίνει ή με ενοχλεί.

2. Υποφέρω από σωματική ενόχληση ή πόνο που προκαλείται από εξωτερικό ερέθισμα ή κατάσταση.

Συνώνυμα

πειράζομαι χαλιέμαι εκνευρίζομαι τσαντίζομαι θίγομαι προσβάλλομαι παρενοχλούμαι δυσφορώ νευριάζομαι αγανακτώ νιώθω στενοχωριέμαι πικραίνομαι πληγώνομαι ταράζομαι ανησυχώ σκανδαλίζομαι ζορίζομαι πειράζω στενοχωρούμαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • ενοχλούμαι από τον θόρυβο όταν δουλεύω.
  • ενοχλούμαι όταν με διακόπτουν στη μέση της κουβέντας.
  • ενοχλούμαι από το έντονο φως και μου δακρύζουν τα μάτια.
  • ενοχλούμαι όταν μου λένε ψέματα.
  • ενοχλούμαι αν κάποιος ακουμπάει τα προσωπικά μου χωρίς να ρωτήσει.