ενοικιαστής

ουσιαστικό

Πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο που μισθώνει ακίνητο, χώρο ή αντικείμενο από άλλον για να το χρησιμοποιεί προσωρινά έναντι καταβολής μισθώματος, έχοντας το δικαίωμα κατοχής και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη συμφωνία μίσθωσης και το εφαρμοστέο δίκαιο.

Συνώνυμα

μισθωτής νοικάρης νοικιαστής ένοικος ενοικιαζόμενος μισθωμένος ενοικιασμένος μέτοικος υπομισθωτής κάτοικος φιλοξενούμενος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ενοικιαστής πλήρωσε το ενοίκιο στην προθεσμία.
  • Η ιδιοκτήτρια ενημέρωσε τον ενοικιαστή για την επισκευή της στέγης.
  • Ο ενοικιαστής του καταστήματος ανανέωσε τη μίσθωση για άλλα δύο χρόνια.
  • Ο ενοικιαστής του αγρού άρχισε τις εργασίες αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης.
  • Ο ενοικιαστής δεν μπορεί να υπο-ενοικιάσει το διαμέρισμα χωρίς γραπτή συγκατάθεση.