ενισχύομαι
ρήμα1. Γίνομαι πιο δυνατός ή ισχυρός, αποκτώντας μεγαλύτερη δύναμη, αντοχή ή αποτελεσματικότητα.
2. Λαμβάνω στήριξη, βοήθεια ή πόρους που αυξάνουν τις δυνατότητές μου ή τη λειτουργικότητά μου.
Συνώνυμα
ενδυναμώνομαι στηρίζομαι υποστηρίζομαι δυναμώνω αυξάνομαι οχυρώνομαι επιχορηγούμαι εμπεδώνομαι αναβαθμίζομαι αναπτύσσομαι εμπλουτίζομαι βελτιώνομαι
Αντώνυμα
αποδυναμώνομαι εξασθενώ εξασθενίζομαι μειώνομαι υποχωρώ αδυνατίζω καταρρέω διαψεύδομαι ελαττώνομαι κοπάζω παρακμάζω παραμελούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα ενισχύομαι με επιδότηση από το πρόγραμμα στήριξης.
- Ενισχύομαι ψυχολογικά όταν οι φίλοι μου με ενθαρρύνουν.
- Ενισχύομαι μετά την άσκηση και αισθάνομαι πιο δυνατός.
- Ενισχύομαι με επιπλέον προσωπικό όταν το τμήμα έχει μεγάλο φόρτο εργασίας.
- Ενισχύομαι όταν ενεργοποιείται ο ενισχυτής του σήματος.