ενθάρρυνση
ουσιαστικό1. Πράξη, λόγος ή συμπεριφορά που στοχεύει στην παροχή στήριξης και κινήτρου σε άτομο ή ομάδα, ώστε να αναλάβει, να συνεχίσει ή να εντείνει μια ενέργεια ή προσπάθεια.
Συνώνυμα
παρακίνηση προτροπή παρότρυνση εμψύχωση στήριξη υποστήριξη ενίσχυση ώθηση παραίνεση ψήσιμο κουράγιο τόνωση υποκίνηση επιβράβευση ενθουσιασμός σπρώξιμο παρηγορία ανέβασμα συμπαράσταση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ενθάρρυνση του δασκάλου βοήθησε τον μαθητή να συνεχίσει.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μέτρα για την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας.
- Μια μικρή ενθάρρυνση από το κοινό του έδωσε κουράγιο.
- Χρειαζόταν λίγη ενθάρρυνση για να ξαναδοκιμάσει.
- Η ενθάρρυνση των γονέων ήταν καθοριστική για την επιλογή του πανεπιστημίου.