ενημερώνομαι
ρήμα1. Λαμβάνω πληροφορίες ή νέα στοιχεία σχετικά με κάποιο θέμα, γεγονός ή κατάσταση.
2. Αποκτώ επικαιροποιημένες γνώσεις για τις τρέχουσες εξελίξεις ή μεταβολές σε ένα αντικείμενο ενδιαφέροντος.
Συνώνυμα
πληροφορούμαι ειδοποιούμαι μαθαίνω διαβάζω ακούω τσεκάρω ψάχνω ψάχνομαι συμβουλεύομαι σκανάρω γκουγκλάρω παρακολουθώ βεβαιώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ενημερώνομαι για τα νέα στην τηλεόραση.
- Πριν υπογράψω, ενημερώνομαι για όλους τους όρους της σύμβασης.
- Στο γραφείο, ενημερώνομαι από τον προϊστάμενο για την πρόοδο των έργων.
- Με τις ειδοποιήσεις του κινητού, ενημερώνομαι άμεσα για νέα μηνύματα.
- Μέσω των σεμιναρίων, ενημερώνομαι συνεχώς για τις νέες τάσεις στον κλάδο.