εμπορεύομαι

ρήμα

1. Διενεργώ αγοραπωλησίες αγαθών ή υπηρεσιών με σκοπό το κέρδος.

2. Διακινώ και διαθέτω προϊόντα στην αγορά, περιλαμβάνοντας παραγωγή, εισαγωγή ή εξαγωγή για εμπορική εκμετάλλευση.

Συνώνυμα

πουλάω πωλώ εμπορεύω διακινώ χονδρεύω προμηθεύω ανταλλάσσω μεταπωλώ εκποιώ συναλλάσσομαι πουλώ διανέμω εισάγω εξάγω προωθώ σπρώχνω μοσχοπουλώ λαθρεμπορεύομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εταιρεία μας εμπορεύεται ηλεκτρονικά είδη σε όλη την Ελλάδα.
  • Ο πατέρας του εμπορευόταν παλιά υφάσματα στην αγορά.
  • Πολλοί παραγωγοί εμπορεύονται το λάδι τους μέσω συνεταιρισμών.
  • Δεν θέλουμε να εμπορευόμαστε τα προσωπικά μας δεδομένα.
  • Το μικρό κατάστημα εμπορεύεται τοπικά προϊόντα και χειροποίητα δώρα.