εκλύω
ρήμα1. Απελευθερώνω ή αφήνω να εξέλθει ουσία (αέριο, ατμός, θερμότητα, ακτινοβολία) από ένα σώμα ή σύστημα.
2. Εκπέμπω οσμή ή αέριο προς το περιβάλλον ως αποτέλεσμα χημικής ή φυσικής διεργασίας.
Συνώνυμα
εκπέμπω απελευθερώνω αποβάλλω προκαλώ ελευθερώνω εκχύνω εξαπολύω διαχέω αποδεσμεύω διοχετεύω βγάζω πετάω παράγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντίδραση εκλύει θερμότητα.
- Το χαλασμένο φαγητό εκλύει έντονη δυσάρεστη μυρωδιά.
- Οι καμινάδες εκλύουν ρύπους στην ατμόσφαιρα.
- Ο ενδοκρινής αδένας εκλύει ορμόνες στην κυκλοφορία του αίματος.
- Μέσα από το γράψιμο εκλύω έντονα συναισθήματα.