εισπράττω

ρήμα

1. Λαμβάνω ή συγκεντρώνω χρήματα ως πληρωμή, φόρο, ενοίκιο, πρόστιμο ή άλλη οικονομική οφειλή.

2. Πραγματοποιώ τη διαδικασία είσπραξης χρημάτων για λογαριασμό τρίτου ή οργανισμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ εισπράττω τα ενοίκια την πρώτη μέρα κάθε μήνα.
  • Στο ταμείο εισπράττω καθημερινά τις πληρωμές των πελατών.
  • Με τις τελευταίες πωλήσεις εισπράττω ένα σημαντικό ποσό.
  • Με την ανακοίνωση του έργου εισπράττω πολλά θετικά σχόλια.
  • Ως εκπαιδευτής εισπράττω συχνά κριτική αλλά και επαίνους για τα σεμινάρια.