εισιτήριο
ουσιαστικό1. Χάρτινο ή ψηφιακό έγγραφο ή αντικείμενο που παρέχει δικαίωμα εισόδου ή μετακίνησης σε χώρο, εκδήλωση ή μέσο μεταφοράς, συνήθως μετά από πληρωμή ή κράτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασα ένα εισιτήριο για το τρένο των οκτώ.
- Το εισιτήριο για το μουσείο ισχύει για όλη την ημέρα.
- Έδειξα το εισιτήριο στο κινητό πριν επιβιβαστώ στο λεωφορείο.
- Αγοράσαμε δύο εισιτήρια με έκπτωση για την παράσταση.
- Ζήτησα επιστροφή για το εισιτήριο επειδή η συναυλία ακυρώθηκε.