δύσκολα

επίρρημα

1. Με δυσκολία, με κόπο ή εμπόδιο στην εκτέλεση ή επίτευξη μιας ενέργειας ή πράξης.

2. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι είναι απίθανο ή ότι θα συμβεί με μικρή πιθανότητα (π.χ. «δύσκολα θα έρθει»).

Συνώνυμα

δυσχερώς ζόρικα κοπιαστικά επίπονα δυσκολότατα χαλεπά δυσχερέστατα αμφίβολα σκληρά δυσβάσταχτα κοπιαστικώς κακοτράχαλα οδυνηρά δυσκολότροπα δυσκολοχρονισμένα

Αντώνυμα

εύκολα άνετα ανέτως χαλαρά αβίαστα απλά ανώδυνα ευκόλως ξεκούραστα ευπρόσδεκτα λαφρά αβρόχως σίγουρα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μαθαίνει δύσκολα νέες γλώσσες.
  • Δύσκολα θα δεχτεί την πρόταση.
  • Δύσκολα συναντάς ανθρώπους τόσο ευγενικούς.
  • Τον έπεισε δύσκολα να αλλάξει γνώμη.
  • Αν συνεχίσει έτσι, τα πράγματα θα γίνουν δύσκολα.