διώκτης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που επιδιώκει να συλλάβει, να τιμωρήσει ή να βλάψει άλλο άτομο με βίαιες, παρενοχλητικές ή καταδιωκτικές ενέργειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
θύμα διωκόμενος κατηγορούμενος υπερασπιστής προστάτης προστατευόμενος μάρτυρας σωτήρας υποστηρικτής ευεργέτης συνήγορος συνεργός δολοφόνος ληστής σωματοφύλακας εναγόμενος οπαδός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διώκτης έτρεξε πίσω από τον κλέφτη στο σκοτάδι.
- Οι αντιφρονούντες κατήγγειλαν τον διώκτη του κινήματος για καταστολή.
- Ο εισαγγελέας λειτουργεί ως διώκτης σε σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς.
- Ο νέος διώκτης της φοροδιαφυγής έχει εμπειρία στις οικονομικές έρευνες.
- Τον θεωρούσαν διώκτη των αδικιών και τον υποστήριζαν.