δικαιοδοσία

ουσιαστικό

1. Η αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου, δικαστικού ή διοικητικού οργάνου να εκδικάζει υποθέσεις, να αποφαίνεται επί νομικών ζητημάτων και να εφαρμόζει νόμους ή κανόνες εντός ορισμένων θεματικών ή γεωγραφικών ορίων.

Συνώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η υπόθεση ανήκει στη δικαιοδοσία του.
  • Η δικαιοδοσία του υπουργείου περιορίζεται σε θέματα περιβάλλοντος και ενέργειας.
  • Οι αστυνομικοί δεν μπορούν να επέμβουν εκτός της δικαιοδοσίας τους χωρίς εντολή.
  • Η υπόθεση μεταφέρθηκε σε δικαστήριο άλλης δικαιοδοσίας λόγω γεωγραφικής αρμοδιότητας.
  • Η διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις εγκλημάτων πολέμου συχνά απαιτεί συνεργασία μεταξύ κρατών.