διαφθείρω
ρήμα1. Κάνω κάποιον να χάσει την ηθική του ακεραιότητα ή τις αρχές του, οδηγώντας τον σε ανέντιμη ή ανήθικη συμπεριφορά μέσω επιρροής, πειθούς, υποκίνησης ή προσφοράς ωφελημάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εξυγιάνω αναμορφώνω σωφρονίζω ηθικοποιώ εκπαιδεύω μορφώνω βελτιώνω επανορθώνω διορθώνω καθοδηγώ προστατεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Τα σκάνδαλα διαφθείρουν τη δημόσια εμπιστοσύνη.
- Οι δωροδοκίες είχαν διαφθείρει πολλούς δημόσιους υπαλλήλους.
- Η ζέστη διέφθειρε τα τρόφιμα μέσα στο ψυγείο.
- Ο ιός διέφθειρε τα αρχεία του υπολογιστή.
- Δεν ήθελα να διαφθείρω τους νέους με κακές συνήθειες.