διαπράττω
ρήμα1. Προβαίνω σε παράνομη ή ηθικά κατακριτέα πράξη, ιδίως σε έγκλημα ή αδίκημα.
2. Εκτελώ ενέργεια που βλάπτει ή αδικεί άλλους, προκαλώντας ζημία ή απώλεια.
3. Κάνω σφάλμα ή παράλειψη με αρνητικές ή σοβαρές συνέπειες.
Συνώνυμα
διαπράσσω παρανομώ προβαίνω κάνω παραβαίνω αμαρτάνω εκτελώ διενεργώ πραγματοποιώ επιτελώ πράττω κλέβω ληστεύω δολοφονώ σκοτώνω βιάζω απατώ εξαπατώ πλαστογραφώ υπεξαιρώ επιτίθεμαι χτυπώ δρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δράστης διέπραξε το έγκλημα τα ξημερώματα.
- Οι λογιστές διαπίστωσαν ότι η εταιρεία διαπράττει απάτες για χρόνια.
- Μην διαπράττεις τα ίδια λάθη στο επόμενο έργο.
- Οι δικαστές αποφάσισαν ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν μια σειρά παραβάσεων.
- Η έκθεση τόνισε ότι δεν πρέπει να διαπράττουμε αδικίες εις βάρος των εργαζομένων.