διανοούμαι
ρήμα1. Σχηματίζω στο νου μια συγκεκριμένη ιδέα, υπόθεση ή εικόνα για κάτι.
2. Διαμορφώνω στο νου την πρόθεση ή το σχέδιο για να προβώ σε κάποια ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν διανοούμαι ότι θα αρνηθεί αυτή την ευκαιρία.
- Ποτέ δεν διανοούμαι να προσβάλω τους φίλους μου.
- Διανοούμαι πως το αποτέλεσμα θα είναι θετικό, αλλά πρέπει να το ελέγξουμε.
- Πριν φύγω, διανοούμαι να ελέγξω ξανά όλα τα έγγραφα.
- Μήπως διανοούμαι λάθος σχετικά με τα στοιχεία;