δημητριακό

ουσιαστικό

1. Σπόρος ή καρπός φυτών της κατηγορίας των δημητριακών (π.χ. σιτάρι, καλαμπόκι, βρώμη, κριθάρι) που καλλιεργείται για ανθρώπινη ή ζωική διατροφή.

Συνώνυμα

δημητριακά σιτηρό σιτηρά σιτάρι στάρι βρώμη κριθάρι καλαμπόκι σπόρος κόκκος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Για πρωινό έφαγα δημητριακό με γάλα.
  • Το δημητριακό είναι βασικό τρόφιμο σε πολλές χώρες.
  • Οι γεωργοί διαχώρισαν το δημητριακό ανάλογα με την ποιότητα των σπόρων.
  • Στο ράφι του σούπερ μάρκετ βρήκα ένα νέο δημητριακό με αποξηραμένα φρούτα.
  • Προτίμησε ένα δημητριακό ολικής άλεσης για περισσότερες φυτικές ίνες.