καλαμπόκι
ουσιαστικό1. Φυτό ετήσιο της οικογένειας των αγρωστωδών (Zea mays) με ψηλό βλαστό και μεγάλα φύλλα, καλλιεργούμενο για τους μεγάλους σπόρους του.
Συνώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καλλιεργούμε καλαμπόκι στο χωράφι κάθε άνοιξη.
- Σήμερα έψησα το καλαμπόκι στη σχάρα και το άλειψα με βούτυρο.
- Πρόσθεσα κονσερβοποιημένο καλαμπόκι στη σαλάτα.
- Το καλαμπόκι που σκάει στο τηγάνι γίνεται ποπ κορν.
- Οι αγρότες μάζεψαν τα καλαμπόκια λίγο νωρίτερα λόγω της ξηρασίας.