δεύτερος
επίθετο1. Που κατατάσσεται ή βρίσκεται στη θέση που ακολουθεί την πρώτη σε σειρά, βαθμίδα, χρονολογία ή αριθμητική αρίθμηση.
2. Που είναι εφεδρικός, βοηθητικός ή προορίζεται ως εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τον κύριο.
Συνώνυμα
έτερος δευτερότερος δευτερεύων επιλαχών άλλος δευτερεύον δευτερογενής επόμενος αναπληρωματικός αναπληρωτής εφεδρικός υποδεέστερος αντιπρόεδρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήρθε δεύτερος στον αγώνα.
- Η δεύτερη παράσταση ήταν καλύτερη από την πρώτη.
- Μη φύγεις ούτε για ένα δεύτερο — χρειάζομαι τη βοήθειά σου.
- Έχουμε ένα δεύτερο κλειδί σε περίπτωση ανάγκης.
- Έκαναν δεύτερες σκέψεις πριν υπογράψουν τη συμφωνία.