δευτερότερος

επίθετο

Που βρίσκεται ή έρχεται σε θέση αμέσως μετά τον πρώτο, σε σειρά, βαθμό ή σημασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι ο δευτερότερος γιος της οικογένειας.
  • Η Μαρία παίρνει πάντα έναν δευτερότερη ρόλο στις συζητήσεις.
  • Το πρόβλημα αυτό είναι δευτερότερο μπροστά στην υγεία.
  • Στην τελική κατάταξη, η ομάδα μας έμεινε δευτερότερη από την περσινή.
  • Δεν θέλω να κάνω τη δουλειά μου δευτερότερη από εκείνη των άλλων.