δελεαστικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη επιθυμία ή ενδιαφέρον, δημιουργώντας την τάση να προσεγγιστεί, να αποδεχτεί ή να δοκιμαστεί.
2. Που παρουσιάζει ή υπόσχεται ωφέλη, προνόμια ή ευκαιρίες που ωθούν κάποιον να συμφωνήσει ή να συμμετάσχει.
Συνώνυμα
ελκυστικός ακαταμάχητος θελκτικός σαγηνευτικός γοητευτικός αποπλανητικός ελκτικός λαχταριστικός επικερδής μαγευτικός ωραίος λαχταριστός συναρπαστικός προκλητικός πιασάρικος μαγνητικός συμπαθητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δελεαστική προσφορά του καταστήματος με έπεισε να αγοράσω.
- Ο μισθός ήταν δελεαστικός, αλλά το ωράριο ήταν εξαντλητικό.
- Το δελεαστικό άρωμα του φαγητού με τράβηξε στην κουζίνα.
- Οι δελεαστικές προοπτικές ανέβασαν το ηθικό της ομάδας.
- Ένα δελεαστικό χαμόγελο μπορεί να αλλάξει τη συζήτηση.