δεκάρα
ουσιαστικό1. Μικρό κέρμα ονομαστικής αξίας δέκα σε μονάδα μικρότερου νομίσματος, συνήθως μεταλλικό, που κυκλοφορεί και χρησιμεύει ως μέσο συναλλαγής.
2. Μεταφορικά: Ποσό πολύ μικρής αξίας ή πράγμα ασήμαντης σημασίας, που θεωρείται αμελητέο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο παλιό πορτοφόλι βρέθηκε μια δεκάρα.
- Έβαλε μια δεκάρα στο κουμπαρά για το χαρτζιλίκι.
- Αυτό το αντικείμενο δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα.
- Δεν δίνω δεκάρα για τη γνώμη του.
- Δεν έχω ούτε δεκάρα στο πορτοφόλι.