δέσμη

ουσιαστικό

1. Σύνολο αντικειμένων, ινών, φύλλων ή στοιχείων που συγκρατούνται ή θεωρούνται μαζί ως ενότητα.

2. Συγκεντρωμένη ροή φωτός, ακτινοβολίας ή σωματιδίων που εκπέμπεται ή διαδίδεται προς ορισμένη κατεύθυνση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δέσμη φωτός διέσχισε το δωμάτιο.
  • Έδεσε μια δέσμη ξύλων για το τζάκι.
  • Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια δέσμη μέτρων για την οικονομία.
  • Ο επιταχυντής έστειλε μια δέσμη σωματιδίων προς τον στόχο.
  • Η κεραία εκπέμπει μια δέσμη ραδιοκυμάτων προς τον δορυφόρο.